© Copyright Philip Bekyros. All Rights reserved 2021
Επιφανείς λογοτέχνες Λεωνιδίου
Θεόδωρος
Οἰκονόμου
–
Κανικλῆς 1811-1877 (Λεωνίδι)
Copyright Philip Bekyros 2021
Poets
Θεόδωρος
Οἰκονόμου
–
Κανικλῆς
1811-1877
(Λεωνίδι)
Εὐχαριστῶ
τὸν
ἐφημέριό
της
ἐνορίας
Παμμεγίστων
Ταξιαρχῶν
Πραστοῦ
γιὰ
τὴν
τιμητικὴ
πρόσκληση
αὐτὴ
ποὺ
εἶναι
ἡ
τρίτη.
Ἐπίσης
καὶ
τὸν
δάσκαλο
Μιχάλη
Ξυδιὰ
για
τὴν
συντομὴ
ἀλλὰ
μεστὴ
καὶ
πλήρη
παρουσίαση
τῆς
διαδρομῆς
τῆς
Ἱστορίας
τοῦ
Πραστοὺ
γιατὶ
μὲ
διευκολύνει
πολὺ
στην
δική
μου
παρουσίαση
ὥστε
να
μὴν
ἐπαναλάβω
λεπτομέρειές
που
θὰ
μάκρυναν
πολὺ
τὴν
ὁμιλία
μου.
Καὶ
αὐτὴ
τὴ
φορὰ
τὸ
θέμα
μου
ἔχει
ἱστορικὴ
καὶ
θρησκευτικὴ
σχέση
μὲ
τὸν
Πραστό.
Πρόκειται
νὰ
σᾶς
διηγηθῶ
τὰ
λίγα
βιογραφικὰ
στοιχεῖα
ποὺ
ἔχουμε
γιὰ
τὸν
λαμπρὸ
αὐτὸν
λόγιο
καὶ
ἱερωμένο
τοῦ
Πραστοῦ
καὶ
ποὺ
προέρχονται
ἀπὸ
τὸν
ἀείμνηστο
Γυμνασιάρχη
μου
Θεόδωρο
Χαρμαντὰ
ποὺ
ἦταν
καὶ δισέγγονός του.
Ὁ
πάπα
Θεόδωρος
γεννήθηκε
τὸ
1811
στὸ
Ἁγιελήδι
Πραστού.
Τὰ
πρῶτα
γράμματα
τὰ
ἔμαθε
στὸ
Ἁγιελήδι,
ἀλλὰ
γιὰ
τὸ
Γυμνάσιο
ἀναγκάστηκε
νὰ
πάει
στὴν
Αἴγινα.
Ὅταν
ἐπέστρεψε
ἀσκήτευσε
γιὰ
9
χρόνια
στὸ
μοναστῆρι
τῆς
Ἔλωνας
ὅπου
μελετοῦσε
τὰ
βιβλία
τῆς
Μονῆς.
Οἱ
γονεῖς
του
ὅμως
ἤθελαν
νὰ
παντρευτεῖ,
ἔτσι
ἐνυμφέυθη
τὴν
Ἄννα
Καλλιγά,
ποὺ
τὴν
ἔφεραν
ἀπὸ
τὸν
Πραστὸ
σὲ
μία
κόφα
μέσα.
Ἀπὸ
τὸν
γάμο
του
αὐτὸ
ἀπέκτησε
7
παιδιὰ
4
ἀγόρια
καὶ
3
κορίτσια:
Κλεάνθη,
Ἀνδρέα,
Νικόλαο,
Ἠλία,
Σταματίνα,
Πολυξένη
καὶ
τὴν
Μαριγῶ
ἀπὸ
τὴν
ὁποία
κατάγεται
καὶ
ὁ
βιογράφος του Θεόδωρος Χαρμαντᾶς.
Ὁ
Θεόδωρος
Οἰκονόμου
Κανικλῆς,
μετὰ
τὸν
γάμο
του
ἔγινε
κληρικὸς
ὅπως
ἦταν
ἡ
ἐπιθυμία
του
καὶ
συνέγραψε
μία
γραμματικὴ
γιὰ
τὴν
τσακώνικη
διάλεκτο,
ποιήματα
ἀλλὰ
τὸ
ἔργο
γιὰ
τὸ
ὁποῖο
εἶναι
γνωστὸς
εἶναι
ἡ
«Λάκαινα»
μία
ἐκτεταμένη
ἱστορικὴ
μελέτη
3281
ἰαμβικῶν
καὶ
ἀναπαιστικῶν
στίχων.
Ἔγινε
διευθυντὴς
τοῦ
σχολείου
στὸ
Ἁγιελήδι
καὶ
ὅπως
λέει
ὁ
ἴδιος:
Οἱ
Κανικλῆδες
ἤσαν
«…ὡραῖοι
κατὰ
τὸ
σῶμα,
εὐφωνότατοι
καὶ
μεγαλοπρεπεῖς
ὄντες
ἐφθονοῦντο
πολλάκις
ἀπὸ
τὰ
εἰς
τὰς
κοινωνίας
ἀείποτε
εὑρισκόμενα
μοχθηρὰ
καὶ
παράξενα
ἀνδράρια»,
ἔτσι
μετατίθεται
δηλαδὴ
ἐξορίζεται
ἀπὸ
τὴν
πατρίδα
του
στὸ
σχολεῖο
τοῦ
Γερακιοῦ
Λακωνίας.
Ὁ
ἴδιος
περιγράφει
τὴν
δυσμενῆ
αὐτὴ
μετάθεση:
«Καὶ
ἐνῷ
ἐν
ἡσυχίᾳ
ταῦτα
ἐδίδασκον,
μ’
ἁρπάζει
χεῖρα
στιβαρά,
δολία
εἰς
γῆν
ξένην
μὲ
τινάζει».
Στὸ
ἔργο
ζωῆς
του
ποὺ
εἶναι
ἡ
Λάκαινα
ἀπὸ
ὑπερβολικὴ
μετριοφροσύνη
λέει
πὼς
«ἐκδίδει
αὐτὸ
εἰς
φῶς
ἐπεξεργασθὲν
καὶ
ὑφ’
ἑτέρου
λογίμου»,
αὐτὸ
ὅμως
δὲν
εἶναι
ἀλήθεια,
γιατί
τὴν
ἐποχὴ
ποὺ
ἔζησε
ἦταν
ὁ
πιὸ
μορφωμένος
Πραστιώτης.
Τὸ
ἔναυσμα
γιὰ
τὴν
συγγραφὴ
αὐτοῦ
τοῦ
σπουδαίου
ἔργου
λέει
ὁ
ἴδιος
πὼς
ὀφείλεται
στὴν
προτροπὴ
τοῦ
ἔπαρχου
Κυνουρίας
Κ.Χ.
Δεληγιάννη,
νὰ
ἐκθέσει
«ὅ,τι
ἀρχαῖον
οὐσιῶδες
ἱστορικὸν
γνωρίζω
περὶ
τῆς
Πατρίδος
μου…»
Πιστεύω
πὼς
καὶ
χωρὶς
αὐτὴν
προτροπὴ
καὶ
πάλι
θὰ
τὸ
ἔγραφε.
Ἔτσι
ἄρχισε
νὰ
παίρνει
συνεντεύξεις
ἀπὸ
γέροντες
ποὺ
εἶχαν
λάβει
μέρος
στὴν
Ἐπανάσταση
τοῦ
21.
Μὲ
βάση
τὶς
πληροφορίες
τῶν
αὐτοπτῶν
μαρτύρων
τῶν
γεγονότων
καὶ
μὲ
τὴν
ζωηρὴ
φαντασία
τοῦ
συνέθεσε
τὴν
«Λάκαινα».
Ὡς
ἀφηγητὴ
τῶν
γεγονότων
χρησιμοποίησε
ἕνα
φαντασικὸ
πρόσωπο
ποὺ
ἀδικήθηκε,
ὅπως
ὅλοι
οἱ
πραγματικοὶ
ἀγωνιστὲς
τῆς
Ζωῆς
καὶ
ὁ
ἴδιος
φυσικὰ
ὅπως
προαναφέραμε
μὲ
τὴν
μετάθεσή
του
στὸ
Γεράκι,
«γέροντα
τινὰ
ἀγωνιστὴν
ἠδικημένον».
Οἱ
πηγὲς
του
εἶναι
οἱ
ἴδιοι
οἱ
ἀγωνιστὲς
καὶ
μὲ
τὶς
πληροφορίες
του
ποὺ
τὶς
διασταύρωνε
μὲ
ἐξαιρετικὴ
ἐπιμέλεια
μποροῦμε
νὰ
ποῦμε
πὼς
μπορεῖ
τὸ
ἔργο
αὐτὸ
νὰ
μὴν
εἶναι
«Ἡ
Ὀδύσσεια
τοῦ
Καζαντζάκη»
εἶναι
ὅμως
ἱστορικὰ
τεκμηριωμένο,
γιατί
ὅπως
εἶναι
γνωστὸ
τὴν
Ἱστορία
τὴν
γράφουν
οἱ
νικητὲς
καὶ
δυστυχῶς
ὁ
Πραστὸς
γιατί
ἦταν
μὲ
τὴν
πλευρὰ
Κολοκοτρώνη
γιὰ
τὴν
συμβολή
του
στὸν
Ἀγώνα
ἀγνοήθηκε
συστηματικὰ
καὶ
ἀκόμη
καὶ
σήμερα
ντόπιοι ἱστοριοδίφες τὸν ἀποδομοῦν.
Ἡ
Λάκαινα
χωρίζεται
σὲ
12
κεφάλαια
τὰ
ὁποῖα συνοπτικὰ εἶναι:
Κεφάλαιο Α΄ «Ἡ καταγωγὴ» (στ. 1-220)
Κεφάλαιο Β΄ «Ὁ Κανικλὴς» (στ. 220-425)
Κεφάλαιο
Γ΄
«Τὰ
κατὰ
τὴν
Ἐπανάστασιν
τοῦ
1821» (στ. 425 - 969)
Κεφάλαιο Δ΄ «Αἳ ἐκστρατείαι» (στ. 970-1231)
Κεφάλαιο
Ε΄
«Ἡ
πολιορκία
τῆς
Μονεμβασιᾶς» (στ. 1232-1663)
Κεφάλαιο
ΣΤ΄
«Αἳ
συνελεύσεις
τῶν
Τούρκων» (στ. 1664 -2009)
Κεφάλαιο
Ζ΄
«Αἳ
ἐκ
τῆς
Τριπόλεως
ἐπιστολαὶ» (στ. 2010 -2301)
Κεφάλαιο
Η΄
«Ἡ
ἔξοδος
τῶν
Τούρκων»
(στ.
2302 -2567)
Κεφάλαιο
Θ΄
«Ὁ
Ὑψηλάντης
καὶ
ἡ
μάχη
τοῦ
Βαλτετσίου» (στ. 2568 -2745)
Κεφάλαιο
Ι΄
«Ἕφοδος
καὶ
ἅλωσις
τοῦ
Πύργου,
ἐξόρμησις
κατὰ
τοῦ
φρουρίου,
μάχη
πεισματώδης
ὑπὸ
τὰ
τείχη
–
θάνατος
Γ.
Γούλελου» (στ. 2746 -3009)
Κεφάλαιο
ΙΑ΄
«Θάνατος
τῶν
αἰχμαλώτων,
παράδοσις
τοῦ
φρουρίου,
ἀναχώρησις
τῶν
Λακώνων» (στ. 3010 -3135)
Κεφάλαιο
ΙΒ΄
«Ἐκστρατεία
κατὰ
τῆς
Τριπόλεως καὶ πτῶσις αὐτῆς» (στ. 3136 -3281)
Ἐδῶ
σὲ
αὐτὸ
τὸ
σημεῖο
ἐπανέλθω
στὸ
γενεαλογικὸ δένδρο τῶν Κανικλήδων.
Ὁ
πρῶτος
Κανικλὴς
ποὺ
πῆρε
τὸ
ἐπώνυμο
Οἰκονόμου
ἦταν
ὁ
προπάππος
του
Παναγιώτης
Κανικλῆς,
ἀρχικὰ
τίτλος
ἐκκλησιατικὸς
καὶ
μετὰ
ἐπώνυμο
ὅλων
τῶν
ἀπογόνων
του
Παναγιώτη.
Τὰ
δύο
παιδιὰ
τοῦ
Παναγιώτη
γίνανε
κληρικοί,
ὁ
Νικόλαος
ἔγινε
ἱερέας
στὸ
Πραστὸ
καὶ
ὁ
Θεοδώρητος
ἐπίσκοπος
Ρέοντος
Πραστοῦ
πιθανὸν
τὸ
1750.
Ὁ
υἱὸς
τοῦ
πάπα
Νικόλα,
Μιχαὴλ
εἶναι
ὁ
πατέρας
τοῦ
ποιητῆ
τῆς
Λάκαινας.
Πολέμησε
στὴν
Μονεμβασιά,
Ντροπολιτζὰ
καὶ
σκοτώθηκε
σὲ
ἐκστρατεία
στὴν
Ρούμελη
(Λαμία)
τὸ
1822.
Βλέπουμε
πὼς
οἱ
Κανικλῆδες
ἦσαν
καὶ
μορφωμένοι
καί,
εὐσεβεῖς
καὶ
φιλοπάτριδες.
Συμμετεῖχαν
ἐνεργὰ
στὴν
κοινωνικὴ ζωὴ τοῦ Πραστοῦ.
Ὁ
πρωτοπρεσβύτερος
Θεόδωρος
Οἰκονόμου
Κανικλῆς
(ὑπηρέτησε
τὴν
ἐνορία
τοῦ
Ἁγίου
Ἀθανασίου
το1860
–
1870
καὶ
βρίσκεται
θαμένος
πίσω
ἀπὸ
τὸ
Ἱερὸ
Βῆμα)
ἔδωσε
σωστὴ
ἀγωγὴ
στοὺς
υἱούς
του
καὶ
τὶς
κόρες
του.
Ὁ
Κλεάνθης
τὸν
διαδέχτηκε
στὴν
ἐνορία
τοῦ
Ἁγίου
Ἀθανασίου
καὶ
Ἁγίας
Αἰκατερίνης
στὸ
Ἁγιελήδι.
Ὁ
Κλεάνθης
εἶχε
κληρονομήσει
ἀπὸ
τὸν
πατέρα
του
τὴν
σιχουργικὴ
δεινότητα
καὶ
συνήθιζε
νὰ
γράφει
στιχάκια
στὸ
τέλος
κάθε
χρονιᾶς
στὸ
βιβλίο
θανάτων
τῆς
ἐνορίας.
Ὅπως
τὸ
ἑπόμενο:
1887,
«κιούψετε
κακόμοιροι
σ’
ἔνταϊ
τὰ
χαρκία
τσαφίετε τὰ παλαβὰ νὰ ἔνι τὰ πολικία».
Ἐζάκα
τασ’
τὸν
καφενὲ
νὰ
ράου
τσὶ’
νῖ
ποῖντε
τσ’
ἐρέκα
σοὶ
μιτσοὶ
τσ’
ἀτschei
καφέ,
τσιγάρο κίντε
ἂλλ’
εἴγκι
κίνε
ναργιλέ,
τσ’
ἄλλοι
φουσκονιλλία
τσαὶ
ἄλλοι
δίχουντε
συχνὰ
τσαὶ
παίζουντε
χαρκία.
Ὁ
ἕνα
μὲ
τοὺρ
ἄσοι
σοὶ
γιὰ
πρέφα
’κει
μουντάρου
τσ’
ὁ
ἄλλεμε
τὰ
φλότα
σοὶ
τὸ
τshia
’κει
κιαμάρου.
Φωνά,
τσαὶ
ἀλλητὲ
ἀτschiέ,
καπναὶ
τσαὶ
δυσωδία
ἀπὸ τὰ χνούα τὰ περσὰ τσαῖ τὰ πολυλογία.
Ἐκεῖ γιομάτ’ ὁ καφενέ, οἰμὲ ὦ δυστυχία
Γκαρέν’ ἀπὸ τοὺρ ἄρχουντε ὄκι’ ἔχου ὁμιλία
ν’
ἀλλίωι
γιὰ
τὰ
τσοινὰ
πράμματα
τὰ
πατρίδα
ν’ ἀφίωι τὰ διαίρεσι π’ ἔκανε σὰν ἀκρίδα
«ὦ θεὲ μοὶ φούκισέ σου νὰ ἀφίωι τὰ πάθη
Νὰ ἀγαπηθούνι ἄλλοι νὰ γυρίζωι σὰν ἄνθη»
Μετὰ
τὸν
πάπα
Κλεάνθη,
παπὰς
ἔγινε
ὁ
Λέων
Γεωργίου
καὶ
μετὰ
ἀπὸ
αὐτὸν
ὁ
Κωνσταντῖνος
Κατσίγκρης.
Ὁ
τελευταῖος
ἱερωμένος
τῶν
Κανικλήδων
ἦταν
ὁ
Κλέανθης
Οἰκονόμου
δισέγγονος
τοῦ
πρωτοπρεσβύτερου
Θεοδώρου,
ἐκοιμήθη
τὸ
1979,
ὑπηρέτησε
στὸν
Ἅγιο Διονύσιο Ἀρεοπαγίτη στὸ Κολωνάκι.
Αὐτὰ
εἶναι
τὰ
λίγα
βιογραφικὰ
στοιχεῖα
ποὺ
μᾶς
ἔχουν
παραδοθεῖ
ἀπὸ
τὴν
οἰκογένειά
του
καὶ
σὲ
αὐτὸ
τὸ
σημεῖο
θὰ
συνεχίσω
μὲ
σχόλια
πάνω
στοὺς
στίχους
τῆς
Λάκαινας
110
ἕως
220.
Σχολιάζοντας
θὰ
καταλάβετε
ἀπὸ
ποῦ
προερχόταν
τὸ
μένος
τῆς
Βασιλικῆς
Διοίκησης
τοῦ
Ὄθωνα
ποὺ
τὸ
μένος
αὐτὸ
τὸν
μετέθεσε
δηλαδὴ ἐξόρισε στὸ ἀφιλόξενο Γεράκι.
Στίχοι
Ἵδρυση τοῦ Πραστοῦ
Οἱ
Τσάκωνες
καταφεύγουν
στὰ
δάση
τοῦ
Μαλεβοῦ
γιὰ
νὰ
σωθοῦν
ἀπὸ
τοὺς
σκληροὺς
Φράγκους.
Ἐκεῖ
στὰ
δυσπρόσιτα
ὀρεινὰ
φτιάχνουν
σπίτια
γιὰ
νὰ
μείνουν
καὶ
σιγὰ
σιγὰ
ὁ
οἰκισμὸς
γίνεται
πόλη
μὲ
τὸ
ὄνομα
Πραστός,
πόλη,
ποὺ
γίνεται
λαμπρὴ
καὶ
εἶναι
φημισμένη
σὲ
ὅλη
τὴν
Κυνουρία.
Πλούτη
καὶ
χρυσὸς
εἰσρέει
ἀπὸ
τὶς
ἐμπορικὲς ἐπιχειρήσεις.
Ἡ
πόλη
ἂν
καὶ
ὀρεινὴ
εἶναι
πανέμορφη
μὲ
λαμπρὰ
κτήρια
καὶ
ἀπὸ
ὑψηλοὺς
πύργους
ποὺ
τὴν στολίζουν.
Ἔχει
4
βρύσες
κομψοτεχνήματα
τοῦ
καιροῦ
μὲ
ἄφθονο
καὶ
γάργαρο
νερό,
καὶ
ναὸ
μεγάλο
καὶ
περικαλλῆ
ποὺ
χωρᾷ
ὅλους
τους
εὐτυχισμένους
καὶ
δοξασμένους
κατοίκους
της,
ποὺ
ἔχουν
στὴν
Κωνσταντινούπολη
ἐμπορικοὺς
οἴκους.
Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση 1821
Στὴν
Ἐθνεγερσία
τοῦ
1821
πρόσφεραν
στρατό, πλοῖα, χρήματα καὶ ἐφόδια.
Καταστροφὴ
τοῦ
Πραστοῦ
ἀπὸ
Ἰμπραὴμ
1826
Ἀλλὰ
ἡ
μοῖρα
ἡ
κακιὰ
καὶ
ὕπουλη
ποὺ
ἔκανε
στάχτη
τὶς
πόλεις
καὶ
τὰ
χωριὰ
τῆς
Πελοποννήσου,
χτύπησε
καὶ
τὸν
Πραστό.
Ὁ
τρομερὸς
καὶ
ἀλύπητος
Ἰμπραὴμ
πασὰς
σὰν
φοβερὸ
θηρίο
καὶ
ὕπουλος
σὰν
φίδι
3
χρόνια
ρήμαζε
τὸν
Μοριά,
ἔκαιγε
σκότωνε
καὶ
πουλοῦσε
σκλάβους
τοὺς
ἀνθρώπους
ἔκανε
στάχτη καὶ τὸν ὡραῖο μας Πραστό.
Κατάργηση
διπλοκατοικίας,
μόνιμοι
στὸ
Ἁγιελήδι
Ἔτσι
ἐμεῖς
ὅλοι
οἱ
κάτοικοι
τοῦ
Πραστοῦ
κατοικίσαμε
τὸν
τόπο
ποὺ
ὀνομάζεται
Λεωνίδιο.
Ποῦ
(εἴχαμε
τὴν
πρόνοια
καὶ)
ἀγοράσαμε
πρὶν
ἀπὸ
300
χρόνια
καὶ
ξεχερσώσαμε
χωρὶς
νὰ
λογαριάσουμε κόπους.
1634
αχλδ΄
ἀπὸ τὴν σήμερον ἡμέραν μινὸς μαρτίου 16 ὁμολογῶ ἐγὼ ὁ γιάν-
νης ὁ μάγερης πoς ἔβαλα τὰ ροῦχα μου ὅτι καὶ ἂν ἴχα στὸ μοναστὶ
-
ρι τῆς Καρυᾶς καὶ νὰ μὴν ἔχω πλέον τί νὰ κάμο οὔτε ἐγὼ οὔτε
ἄλος κλιρονόμος ἀκόμη στὸ
Λεωνίδη
στὴν
ἐπεισκοπὶν
τὸ χοραφη
σύνορο γιάννης σαρὴ πουλιμένος καὶ στὸ
Λάκο
ἄλο ἕνα κοματι
σύνορο γιάννης Ἠλία καὶ εἰς τὸ
κοντοβράκι
τὸ σύνορων λήα
μιχαλακι καὶ μανώλη μάγερις καὶ τὸ καλήβη μὲ τὸ ἀλόνη
καὶ τὸ χωράφη ὅσον καὶ ἂν εἶναι καὶ εἰς τὰ
σπίλια
ὅσον καὶ
ἂν εἶναι σύνορον παπὰ μιχαλη ἀκόμη στὸ σήρμα
τί ὅσον καὶ ἂν εἶναι σύνορον μιχάλι νικολὶ ἀρανὶ
-
τη καὶ μανόλη παπὰ καὶ τὸ ἀμπέλι στὴ βρίση ἀκὸ
-
μη τὸ μισῶ σπίτη καὶ τὸ χωράφι στὸ
Ἅγιον βλὰ
-
σι
καὶ ὅσα ἀλοὺ ἔχω.
αἴπονται αἱ ἠπογραφαὶ τοῦ ἀφιερωτοῦ καὶ τὸν μαρτὺ
-
ρον, δυσανάγνωστοι οὔσαι.
»Ὅτι ἴσον ἀπαράλλακτον τῷ πρωτοτύπῳ –
»Ἐν μονῇ Καρυὰ - τὴν 12ην Ἰουλίον 1874
»Τὸ μοναστηριακὸν Συμβούλιον μονῆς Καρυᾶς.
Νικηφόρος Ἰωάννης
Ἰωσὴφ Σκονδριανὸς
Μακάριος Γκανὴς
Καὶ
ἔτσι
πλέον
ἡ
πρώην
χειμερινή
μας
κατοικία
ἔγινε
μόνιμη
πιά.
Τὸ
Ἁγιελήδι
ποὺ
εἶναι
ἀπέναντι
ἀπὸ
τὸ
νησὶ
τῶν
ἀνδρείων
καὶ
γενναίων
Σπετσιωτῶν
στὴν
Ἐπανάσταση.
Τὸ
Ἁγιελήδι
ποὺ
τὸ
ζώνουν
καὶ
τὸ
περικλείουν
μεγάλοι
κοκκινόβραχοι
καὶ
τὴν
πόλη
καὶ
τὸν
κάμπο
καὶ
μόνο
πρὸς
τὴν
θάλασσα
ὑπάρχει
ἄνοιγμα..
Ἡ
πόλη
δυτικὰ
(Στάη)
καὶ
κάτω
ἀπὸ
τὸν
κοκκινόβραχο
κοσμεῖται
ἀπὸ
ὄμορφα
ὑψηλὰ
ἀρχοντόσπιτα
Τὰ
σπίτια
εἶναι
περιποιημένα
καὶ
ἀγγίζουν
τὰ
χίλια
τὸν
ἀριθμὸ
καὶ
πορεύονται
ἐκ
δυσμᾶς
σὲ
εὐθεῖα
γραμμὴ
πλάι
στὸν
χείμαρρο
ποὺ
ρέει
μέχρι
τὴν
παραλία.
Ἐνῷ
τὰ
τρία
τέταρτα
κεῖνται
στὴν
πλάγιά
του
κοκκινόβραχου
τὸ
ὑπόλοιπο
τέταρτο
εἶναι
στὸν
νότο
(Κοίλασος).
Καὶ
εἶναι
πιὸ
ταπεινὰ
τὰ
σπίτια
καὶ
ὄχι
τόσο
ὡραία ὅσο τῆς Στάης.
Τὰ
δύο
μέρη
τοῦ
Λεωνιδίου
ἐπικοινωνοῦν
μὲ
ὑψηλὴ
γέφυρα,
ἀλλὰ
ὅταν
κατεβάζει
ποτάμι
τὰ
κύματα
του
εἶναι
τόσο
ψηλὰ
καὶ
κατεβάζει
τόσα
πολλὰ
ξύλα
ἀπὸ
τὰ
πάμπολλα
βουνὰ
ἀπὸ
τὰ
ὁποία
πηγάζει
ποὺ
τὸ
Λεωνίδιο
κόβεται
στὴ
μέση. Ὁ δὲ κάμπος μᾶς πλημμυρίζει.
Μὰ
κάποτε
παύουν
οἱ
βροχὲς
καὶ
τὸ
νερὸ
τοῦ
ποταμοῦ
καθαρίζει
καὶ
εἶναι
γάργαρο
καὶ
διαυγὲς
καὶ
τρέχει
πιὰ
ἤρεμα
τότε
οἱ
καλλίγραμμες
ὄμορφες
κόρες
τοῦ
Πραστοῦ
λευκαίνουν
τὰ
ροῦχα
καὶ
τὰ
τραγούδια
τοὺς
ἠχοῦν σὰν τὸ τραγοῦδι τῶν σειρήνων.
Ὅλη
ἡ
πόλη
εἶναι
δενδροφυτεμένη
μὲ
ἐλαιόδεντρα
καὶ
πλατύφυλλες
μουριές.
Ὁ
κάμπος
εἶναι
μικρὸς
καὶ
βρίσκεται
ἀνατολικὰ
πρὸς
τὴν
θάλασσα
καλλιεργεῖται
δὲ
μὲ
μεγάλη
ἐπιμέλεια.
Ἡ προδοσία τῶν ζευγιτῶν (Ἁγιανδριτῶν)
Ἀπὸ
τότε
ποὺ
ὁ
σκληρὸς
Ἰμπραὴμ
πασὰς
ἔκαψε
τὸν
Πραστὸ
ὅλοι
οἱ
κάποτε
κάτοικοι
Πραστοὺ
ζοῦμε
μόνιμα
πιὰ
ἐδῶ
μὲ
κρύα
καρδιὰ
γιατί
τὸ
ἕνα
ὄγδοο
τῶν
συμπολιτῶν
μας
(οἱ
ζευγῖτες)
πῆγαν
καὶ
κατοίκισαν
τὰ
Πραστιώτικα
Καλύβια
τα
οποία
ονόμασαν
με
το
ψευδεπίγραφο
όνομα
Βρασιὲς
καὶ
ἐνῷ
εἶναι
πολῖτες
τοῦ
Πραστοῦ
ἦρθαν
σὲ
συνεννόηση
μὲ
τοὺς
Κορακοβουνίτες,
Καστανιτσιῶτες,
Πλατανίτες
καὶ
ἄλλους
καὶ
σχημάτισαν
δεύτερο
Δῆμο.
Ἔτσι
οἱ
κτηματίες
πολῖτες
τοῦ
Πραστοῦ
ποὺ
εἶναι
καὶ
Λεωνιδιῶτες
αλλά
και
Ἁγιανδρίτες
συγχρόνως
ἔγιναν
ἐξόριστοι
στὸν
τόπο
τους
καὶ
ὑποκείμενοι
σὲ
φορολογία
ἀπὸ
τοὺς
ὑποτακτικούς τους.
Τὸ ἀφεντικὸ ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους του.
Αὐτὴ
εἶναι
ἡ
πραγματικότητα
δηλαδὴ
γύρισαν
τὰ
ποδάρια
καὶ
χτύπησαν
τὸ
κεφάλι.
Ἀλλὰ
αὐτὸς
ποὺ
κρατᾷ
τὸ
πηδάλιο
τοῦ
κράτους
ὁ
βασιλιάς,
νὰ
ἄρει
τὴν
ἀδικία
καὶ
νὰ
μᾶς
ἀφήσει
νὰ
ἑνωθοῦμε
πάλι
εἰς
ἕνα
Δῆμο,
ἡ
πόλη
τοῦ
Πραστοῦ μαζὶ μὲ τὶς κῶμες, διότι εἴμαστε
ΜΙΑ
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ
ΟΙ
ΚΑΤΟΙΚΟΙ
ΛΕΩΝΙΔΙΟΥ
ΚΑΙ
ΠΡΑΣΤΙΩΤΙΚΩΝ
ΚΑΛΥΒΙΩΝ
ΟΠΩΣ
ΕΠΙΣΗΣ
ΚΑΙ
ΟΙ
ΜΕΛΑΝΙΩΤΕΣ
ΚΑΙ
ΤΥΡΙΩΤΕΣ
ΕΙΜΑΣΤΕ
ΟΛΟΙ
ΠΡΑΣΤΙΩΤΕΣ
ΑΠΟ
ΠΑΝΤΑ.
Ἔχουμε
τὰ
ἴδια
ἤθη
καὶ
ἔθιμα
καὶ
εἴμαστε
μὲ
τοὺς
γάμους
συγγενεῖς
μεταξύ
μας.
Καὶ
τὸ
σπουδαιότερο
εἶναι
ἡ
λαλιὰ
μας
ποὺ
εἶναι
μοναδική:
ἡ
Τσακωνικὴ
ἡ
καλουμένη
ποὺ
εἶναι
διάλεκτος δωρικὴ .
Γλωσσάριο καὶ λίγα σχόλια:
Λιμναῖον
:
Οἱ
προδότες
τοῦ
Πραστοῦ
ἔδωσαν
αὐτὸ
τὸ
λόγιο
ὄνομα
στὸν
διασπασθέντα
Δῆμο
ποὺ
περιελάμβανε
τὸ
Ἁγιελήδι,
τὰ
δύο
Μέλανα
καὶ
τὸν
Τυρό.
Προέρχεται
ἀπὸ
τὴν
Λιμηρὰ
Ἐπιδαυρο
ποὺ
ὅπως
γνωρίζουμε
ὅλοι
εἶναι
στὴν
Λακωνία καὶ οὐδεμία σχέση ἔχει μὲ τὸν Πραστό.
Βρασιές
:
Ἔτσι
ὀνόμασαν
οἱ
προδότες
τοῦ
Πραστοῦ
τὸν
σφετεριστὴ
Δῆμο
τῆς
Πραστιώτικης
κληρονομιᾶς.
Σὲ
ὅλα
τὰ
ἔγγραφα
μετὰ
τὸ
1835
ὅπου
βλέπετε
Βρασιεῖς
εἶναι
οἱ
κάτοικοι
τῶν
Πραστιώτικων
Καλυβιῶν
καὶ
τῶν
ὑπολοίπων
κοινοτήτων
ποὺ
σχημάτισαν
αὐτὸν
τὸν
ψευδεπίγραφο
δῆμο.
Τὸ
ὄνομα
αὐτὸ
πῆραν
αὐθαίρετα
ὀνομάζοντας
τὰ
Καλύβια
Βρασιὲς
ἐνῷ
εἶναι
γνωστὸ
τοῖς
πάσι
ὅτι
οἱ
ἀρχαῖες
Βρασιὲς
ἢ
Πρασιὲς
βρίσκονται
στὸν
Ἄρμενο
Λεωνιδίου.
Τὸ
λάθος
αὐτὸ
συνεχίζεται
μέχρι
σήμερα
ὀνομάζοντας
τὸ
ποτάμι
τοῦ
Ἁγίου
Ἀνδρέα
Βρασιάτη,
ἐνῷ
εἶναι
γνωστὸ
ὅτι
μόνο
γιὰ
δύο
ποτάμια
γνωρίζουμε
τὰ
ἀρχαία
ὀνόματά
τους:
τὸν
Τάνο
τῆς
Θυρεάτιδας
γὴς
καὶ
τὸν
Σελινούντα
(τώρα
Δαφνῶνα).
Το
πργαματικό
όνομα
του
σημερινού
Βρασιάτη
είναι
Κάνι
και
προέρχεται
από
το
προελληνικό
Qάννα
(καλάμι)Στὸν
χάρτη
τοῦ
Schaubert
ὁ
χείμμαρος
τοῦ
Ἁγίου
Ἀνδρέα
δὲν
ὀνοματίζεται.
Τὸ
Ἁγιελήδι
:
Παρ’
ὅλο
ποὺ
ἡ
περιοχὴ
τοῦ
Λεωνιδίου
ἀνῆκε
στοὺς
Ἁγιοβασιλιῶτες,
οἱ
Πραστιῶτες
διατήρησαν
τὴν
προγονική
τους
μνήμη
καὶ
φρόντισαν
νὰ
τὴν
ἀγοράσουν,
γιὰ
μία
ἐνδεχόμενη
ἐπιστροφὴ
στὴν
κοιτίδα
τοὺς
ὅταν
θὰ
χρειαζόταν.
Γιὰ
τὴν
μεσιτεία
τῆς
Μονῆς
Ἁγίου
Νικολάου
Συντζας
στὴν
ἀγοραπωλησία
ὑπάρχουν σχετικὰ δημοσιεύματα ἀλλαχοῦ.
Ζευγῖτες
καὶ
Ζευγηλατεῖο
:
Δὲν
ξεκαθαρίζεται
ἀπὸ
τὸν
Πάπα-Κανικλὴ
ἡ
κοινωνικὴ
τάξη
τῶν
ζευγιτῶν
πιθανὸν
νὰ
εἶναι
οἱ
φτωχοὶ
γεωργοί.
Ὁ
ὅρος
προέρχεται
ἀπὸ
τὴν
νομοθεσία
τοῦ
Σόλωνα:
οἱ
ζευγῖτες
στὴν
ἀρχαία
Ἀθῆνα,
ἦταν
κοινωνικὴ
τάξη,
στὴν
ὁποία
ἀνῆκαν
ὅσοι
πολῖτες
μποροῦσαν
νὰ
ἐκτρέφουν
ἕνα
ζευγάρι
βόδια,
ἔχοντας
εἰσόδημα
150
-
300
μέδιμνους,
ἀλλιῶς
τριακοσιομέδιμνοι.
Σίγουρα
ὅμως
δὲν
θὰ
ἤσαν
ἱκανοὶ
ἀπὸ
μόνοι
τους
νὰ
προβοῦν
σὲ
αὐτὴν
τὴν
προδοσία
θὰ
ὑπῆρχαν
καὶ
ἄλλοι
ποὺ
τοὺς
καθοδηγοῦσαν
ἀπὸ
ἀνώτερη
τάξη
μὲ
ἐπιγαμίες
ἀπὸ
τὰ
διπλανὰ
χωριά.
Ὁ
Πάπα-Κανικλὴς
γράφει
σὲ
ὑποσημείωση
γιὰ
νὰ
μὴν
ἔχουμε
ἀμφιβολίες
πὼς
τὰ
Πραστιώτικα
Καλύβια
ἤσαν
πάντοτε
ζευγηλατεῖον
τῶν
Πραστιωτῶν,
δηλαδὴ
δὲν
ἀνῆκαν
ποτὲ
στοὺς
ἉγιοΠετρίτες τοῦ Κορακοβουνίου.
Ἐπιμύθιο
:
Ἡ
ἐπανένωση
τοῦ
παλαιοῦ
Δήμου
Πρασιῶν
μὲ
τὶς
πόλεις
καὶ
κῶμες
ποὺ
περιελάμβανε
προεπαναστατικὰ
εἶναι
ἐπιτακτικὸ
καθῆκον
κάθε
καταγόμενου
ἀπὸ
τὸν
Πραστό.
Οἱ
πρόγονοί
μας
διατήρησαν
αὐτὴν
ἑνότητα
ἀπὸ
τὰ
Μυκηναϊκὰ
χρόνια
καὶ
ὅταν
στὰ
μεσαιωνικὰ
χρόνια
ἀποστερήθηκαν
τὴν
ἀρχαία
κοιτίδα
τους
τὴν
ἀγόρασαν
παίρνοντας
τὴν
πίσω
μὴν
λογαριάζοντας
ἔξοδα
καὶ
κόπους.
Ὁ
Πραστὸς
πρέπει νὰ ξαναγίνει πρωτεύουσά μας.